30.6.24

#Ασεπιτες2008, 15 χρόνια διακομματικό #Σκανδαλο_ΑΣΕΠ2008:

 Μια απόπειρα προσέγγισης της αδικίας μέσω της θεωρίας της δημόσιας επιλογής και του spoiler effect. 👀

 


H δημόσια επιλογή, όπως και το οικονομικό μοντέλο ορθολογικής συμπεριφοράς στο οποίο βασίζεται, προϋποθέτει ότι οι άνθρωποι καθοδηγούνται κυρίως από τα προσωπικά τους συμφέροντα και, πιο σημαντικό, ότι τα κίνητρα των ανθρώπων στην πολιτική διαδικασία δεν διαφέρουν από εκείνα των ανθρώπων στην αγορά φαγητού, σπιτιού ή αυτοκινήτου. Ως εκ τούτου, οι ψηφοφόροι υποστηρίζουν υποψηφίους και προτάσεις ψηφοδελτίων που πιστεύουν ότι θα τους ωφελήσουν προσωπικά.

Η σχολή της δημόσιας επιλογής και η συγγενής σχολή των «Συνταγματικών Οικονομικών» επιχειρούν, με τη βοήθεια της οικονομικής επιστήμης, να περιγράψουν και να εξηγήσουν την πολιτική συμπεριφορά και την πολιτική διαδικασία σε δημοκρατικά και αυταρχικά καθεστώτα. Συγκεκριμένα, εφαρμόζουν μικροοικονομικές θεωρίες στην ανάλυση της πολιτικής συμπεριφοράς και ιδίως στη σχέση ψηφοφόρου και πολιτικού. Έτσι, χρησιμοποιώντας εργαλεία της οικονομικής επιστήμης, επεξεργάζονται ζητήματα που μέχρι πρόσφατα υπάγονταν στην αρμοδιότητα των νομικών και των πολιτικών επιστημών. Οι γραφειοκράτες προσπαθούν να προωθήσουν τη δική τους καριέρα και οι πολιτικοί επιδιώκουν εκλογή ή επανεκλογή. Η δημόσια επιλογή, με άλλα λόγια, απλώς μεταφέρει το μοντέλο του ορθολογικού καταναλωτή της οικονομικής θεωρίας στη σφαίρα της πολιτικής.

Π.χ, ένας μαθητής επιλέγει να παρακολουθήσει τα μαθήματά του ή να τα παραλείψει, ο πολίτης επιλέγει αν θα ψηφίσει ή όχι, και εάν ναι, ποιον υποψήφιο να υποστηρίξει. Ένας βουλευτής επιλέγει να ψηφίσει υπέρ ή κατά ενός νομοσχεδίου. Μολονότι αυτές οι επιλογές δεν αφορούν χρήματα, παραμένουν οικονομικές στον χαρακτήρα τους: είναι αποφάσεις ως προς το πόσους πόρους (χρόνο και προσπάθεια) αξίζει να δαπανήσουμε για να επιδιώξουμε κάτι το οποίο επιθυμούμε. Για να μας βοηθήσουν να αναλύσουμε και να παίρνουμε τέτοιες αποφάσεις, οι οικονομολόγοι έχουν αναπτύξει κάποια εργαλεία. Αυτά περιλαμβάνουν έννοιες όπως το κόστος ευκαιρίας, το όφελος και την χρησιμότητα. Η χρήση αυτών των εργαλείων προκειμένου να αναλύσουμε τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται οι πολιτικές αποφάσεις αξιοποιήθηκε από την οικονομική Σχολή Δημόσιας Επιλογής (Public Choice School) και αυτός ήταν ο λόγος που ο James M. Buchanan κέρδισε το βραβείο Νόμπελ οικονομικών το 1986.

Αυτοί οι οικονομολόγοι επισημαίνουν πως όταν λαμβάνουμε ιδιωτικές αποφάσεις, το άτομο αισθάνεται τόσο τα κόστη όσο και τα οφέλη. Στις πολιτικές αποφάσεις, όμως, οι άνθρωποι που επωφελούνται δεν είναι οι ίδιοι άνθρωποι που επωμίζονται τα κόστη. Έτσι, συχνά μειονότητες υποχρεώνονται να αποδεχθούν τις αποφάσεις τις πλειονότητας. Αυτό σημαίνει ότι στις “δημοκρατικές” αποφάσεις, η πλειονότητα μπορεί να εκμεταλλευτεί τη μειονότητα - να ψηφίζει ωφελήματα για την ίδια αλλά να επιβάλλει τα κόστη σε άλλους.

Π.χ από το 2002 μέχρι και το 2019 έγιναν χιλιάδες αντισυνταγματικοί διορισμοί στην δημόσια εκπαίδευση σε βάρος των επιτυχόντων γραπτών διαγωνισμών ΑΣΕΠ και κυρίως των επιτυχόντων του τελευταίου, του 2008. Επιπλέον το 2019 άλλαξε το σύστημα διορισμών στην εκπαίδευση, χωρίς να προβλεφθεί μεταβατικό στάδιο για τους επιτυχόντες του 2008, όπως π.χ έγινε με την μετάβαση από το σύστημα της επετηρίδας στο σύστημα του γραπτού ΑΣΕΠ το 1997 (όπου ακολούθησε ένα μεταβατικό στάδιο υπέρ της επετηρίδας για 22 ολόκληρα χρόνια!!!!).

Οι οικονομολόγοι, υποθέτουν ότι η διαδικασία λήψης δημόσιων αποφάσεων είναι απολύτως ορθολογική: ότι από την στιγμή που οι οικονομολόγοι υπολόγισαν τα κόστη και τα οφέλη ενός σχεδίου (πχ γραπτός διαγωνισμός ΑΣΕΠ για διορισμούς και προσλήψεις εκπαιδευτικών), οι πολιτικοί θα μπορούσαν απλώς να ακολουθήσουν τη συμβουλή τους. Όμως οι πολιτικοί έχουν τα δικά τους προσωπικά συμφέροντα και ατζέντες που διαστρεβλώνουν τις αποφάσεις τους - όπως και οι πολίτες που τους εκλέγουν και οι αξιωματούχοι που εφαρμόζουν τους νόμους. Το πρόβλημα ξεκινά με τις εκλογές. Οι εκλογές θεωρούνται εργαλείο μέτρησης του δημόσιου συμφέροντος. Στην πραγματικότητα, είναι ανταγωνισμός μεταξύ ανταγωνιστικών ιδιωτικών συμφερόντων. Δεν υπάρχει τρόπος επίτευξης συμβιβασμού μεταξύ εκείνων που θέλουν ένα αδιάβλητο και αξιοκρατικό σύστημα επιλογής προσωπικού στην δημόσια εκπαίδευση και εκείνων που απλά θέλουν να εδραιωθούν στην δημόσια εκπαίδευση χωρίς ουσιαστική και αντικειμενική αξιολόγηση των προσόντων τους και με χωρίς κάποια σχέση με τον εκπαιδευτικό κλάδο, μεταξύ εκείνων που θέλουν καλύτερο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα, ή εκείνων που θέλουν τα χρήματα αυτά τα δαπανηθούν στην ιδιωτική εκπαίδευση. Αυτά τα συγκρουόμενα ιδιωτικά συμφέροντα δεν μπορούν να συνοψισθούν σε ένα και μόνο μέτρο “δημόσιου συμφέροντος” που θα έχει το οποιοδήποτε νόημα.

 

Ένα άλλο ζήτημα είναι η “προσοδοθηρία”, η δραστηριότητα ατόμων (συνήθως οργανωμένων σε ομάδες πίεσης) που σκοπό έχει να επηρεάσει την κρατική πολιτική προς ίδιον όφελος -- συνήθως για τη διατήρηση των προνομίων τους, αλλά όχι σπάνια και για την επίτευξη ειδικής μεταχείρισης έναντι του υπόλοιπου πληθυσμού. Ο μοναδικός τρόπος που οι ψηφοφόροι διαθέτουν για να ασκήσουν σοβαρή πολιτική πίεση είναι με την συσπείρωσή τους σε ομάδες πίεσης που έχουν σκοπό την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των μελών τους. Αυτές οι ομάδες όμως από την φύση τους έχουν σαν σκοπό την εξυπηρέτηση ιδιοτελών συμφερόντων και όχι την προώθηση του γενικού καλού. Ουσιαστικά οι ψηφοφόροι που μετέχουν σ’ αυτές τις ομάδες επιχειρούν να πετύχουν ατομικούς σκοπούς με «κρατικά» μέσα. Αυτό όμως μπορεί να επιτευχθεί μόνο με αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου υπέρ τους. Αυτή η αναδιανομή δεν βασίζεται στην συναίνεση που αποτελεί τη βάση μίας σύμβασης αλλά στην αυθαίρετη αναδιανομή του κοινωνικού  πλούτου από πολιτικούς που συνδέονται με τις ομάδες αυτές. Για το λόγο αυτό οι ομάδες αυτές ονομάζονται ομάδες πίεσης ή «διανεμητικές συσπειρώσεις». Οι ομάδες αυτές μπορεί να είναι συνδικαλιστικές οργανώσεις, επαγγελματικές οργανώσεις, ενώσεις εργοδοτών ή ακόμα και οργανώσεις οπαδών αθλητικών σωματείων κλπ. Γιατί όμως ένας πολιτικός ή ένα κόμμα να συνδεθεί με συντεχνιακά συμφέροντα που επιδιώκουν να αναδιανείμουν τον κοινωνικό πλούτο προς όφελός τους; Διαπιστώνεται ότι ο νομοθέτης έχει την τάση να υποχωρεί μπροστά στα «συγκεντρωμένα συμφέροντα» των διανεμητικών συσπειρώσεων και να τα εξυπηρετεί σε βάρος των «διασκορπισμένων συμφερόντων» των υπόλοιπων πολιτών. Αυτό είναι φυσικό, εφόσον οι ομάδες πίεσης έχουν «συγκεντρωμένα» και απτά συμφέροντα να οργανώνονται για να πιέζουν αποτελεσματικότερα, ενώ οι υπόλοιποι πολίτες δεν έχουν το κίνητρο να οργανωθούν απέναντι στην πολιτική των διανεμητικών συσπειρώσεων - παρά μόνο μέσα από μία αντίστοιχη «συγκέντρωση συμφέροντος» (και πάλι όχι τόσο ενάντια σε άλλα λόμπι, αλλά ουσιαστικά ενάντια στα «διασκορπισμένα συμφέροντα», δηλαδή τις μεγάλες ανοργάνωτες ομάδες). Μικρές ομάδες με πολύ ισχυρά συμφέροντα φτάνουν να κυριαρχούν επί της εκλογικής διαδικασίας. Οι συνδικαλιστές και οι «υποψήφιοι» που ψάχνουν να βολευτούν με μια θέση δημοσίου για παράδειγμα μπορεί να ωφεληθούν σημαντικά από την απουσία γραπτού διαγωνισμού ως κριτήριο διορισμού και πρόσληψης έναντι των εκπαιδευτικών που πέτυχαν στον γραπτό διαγωνισμό, καθώς οι πρώτοι έχουν βασικό προσόν την προϋπηρεσία η οποία αποκτήθηκε με τρόπους που δεν υπάγονταν σε κάποιον αξιοκρατικό έλεγχο. Αυτό μπορεί να συνεπάγεται υψηλότερα κόστη για τους μαθητές και τις οικογένειές τους, καθώς και για τους επιτυχόντες του γραπτού διαγωνισμού, όμως όχι αρκετά υψηλά ώστε να φτάσουν να οργανώσουν κάποια εκστρατεία εναντίον τους. Έτσι, οι ομάδες πίεσης είναι ηχηρές, επικεντρωμένες και πολιτικά οργανωμένες, ενώ οι συνήθεις άνθρωποι όχι. Μικρές, ομοιογενείς ομάδες με ισχυρές κοινότητες συμφερόντων τείνουν να είναι πιο αποτελεσματικοί πυρήνες πολιτικής πίεσης και πολιτικής υποστήριξης (ψήφοι, συνεισφορές εκστρατειών και παρόμοια).

Από την στιγμή που οι πολιτικοί έχουν εξασφαλίσει τις ψήφους των ομάδων πίεσης, η καλύτερη ευκαιρία που έχουν για να μαζέψουν περισσότερες ψήφους, είναι να υιοθετήσουν πολιτικές που απευθύνονται στη μεγάλη μάζα των ψηφοφόρων στο κέντρο. Αυτό τους δίνει επίσης κάποια ελπίδα ότι θα προσελκύσουν ψηφοφόρους και από τις δύο πλευρές. Αυτό όμως το κυνήγι του “διάμεσου ψηφοφόρου” σημαίνει ότι όλα τα κόμματα τείνουν να συγκεντρωθούν στο κέντρο, αφήνοντας έτσι τους μη κεντρώους εκλέκτορες σε μεγάλο βαθμό χωρίς εκπροσώπηση.

👀Όταν εκλεγούν, οι πολιτικοί μπορεί κάλλιστα να καταφύγουν στην συναλλαγή ψήφων για να περάσουν τις δικές τους πολιτικές από το νομοθετικό σώμα. Συμφωνούν να υποστηρίξουν μέτρα που υποστηρίζουν έντονα άλλοι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι, σε αντάλλαγμα με την υποστήριξη των τελευταίων στα δικά τους σχέδια: “ψήφισε τα μέτρα μου και εγώ θα ψηφίσω τα δικά σου”. Η γιγάντωση του κράτους προωθείται επίσης από το ιδιοτελές συμφέρον των δημοσίων υπαλλήλων. Αυτοί είναι πολύ πιθανό να επιδιώκουν την ασφάλεια και το κύρος που δίνει μια μεγάλη κρατική υπηρεσία με μεγάλο προϋπολογισμό, και έτσι πείθουν τους νομοθέτες να επεκτείνουν τους κανόνες και τις ρυθμίσεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους. ⚡🚧🚨

Το αποτέλεσμα είναι όμως να ψηφίζονται περισσότεροι νόμοι απ' όσους θα ήθελε ο οποιοσδήποτε πολίτης στην πραγματικότητα και οι οποίοι καταλήγουν να είναι αντισυνταγματικές διατάξεις και στρέβλωση βασικών νόμων.   Κάπως έτσι το ΥΠΑΙΘΑ, μέχρι και το 2019, θέσπιζε διατάξεις και υποδιατάξεις επι του βασικού νόμου που όριζε 100% μόνιμοι διορισμοί και προσλήψεις αναπληρωτών (δηλαδή κατά προτεραιότητα) από πίνακες ΑΣΕΠ, στρεβλώνοντάς τον και παρακάμπτοντας αντισυνταγματικά τους επιτυχόντες του ΑΣΕΠ 2008                            

Μέλος των #Ασεπιτες2008

(με υψηλότερες θέσεις επιτυχίας από εκεινους που διορισθηκαν με νομοθετική ρύθμιση το 2019)

                                        

Κλάδος ΠΕ80 Οικονομίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου