Ήμουν πρώτη. Πρώτη στον πίνακα της ειδικότητάς μου. Όχι τυχαία – διάβασα, προετοιμάστηκα, ξενύχτησα, θυσίασα προσωπικές στιγμές για να εξασφαλίσω το δικαίωμα να υπηρετήσω ως εκπαιδευτικός. Κι όμως, το μόνο που μου έμεινε είναι ο τίτλος του «πρώτου κορόιδου». Γιατί έτσι φέρθηκε το ελληνικό κράτος σε μένα και σε εκατοντάδες άλλους #Ασεπιτες2008.
Πού Πήγαν τα Χρήματα
και η Λογική;
Εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ
ξοδεύτηκαν (σε περίοδο οικονομικής κρίσης) για έναν διαγωνισμό που θα
εξασφάλιζε –θεωρητικά– τους καλύτερους εκπαιδευτικούς για τα δημόσια σχολεία.
Σύμφωνα με την αρχή της «παραγωγικής αποτελεσματικότητας» του Vilfredo Pareto,
μια τέτοια επένδυση θα έπρεπε να βελτιώσει το εκπαιδευτικό σύστημα, συμβάλλοντας
στη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη. Αντ’ αυτού, τα χρήματα θυσιάστηκαν στον βωμό της
πολιτικής σκοπιμότητας. Το κράτος έστησε μια φαρσοκωμωδία: πρώτα μας έβαλε να
ανταγωνιστούμε έντιμα και μετά πέταξε τα αποτελέσματα στα σκουπίδια.
Ας το πούμε ξεκάθαρα: η παράκαμψη των υψηλόβαθμων επιτυχόντων #Ασεπιτες2008 για χάρη λιγότερο ικανών δεν είναι απλώς ανήθικη· είναι και εξαιρετικά αντιοικονομική. Σύμφωνα με τον Gary Becker και τη θεωρία του για το ανθρώπινο κεφάλαιο, όταν οι πιο καταρτισμένοι εργαζόμενοι αποκλείονται από θέσεις-κλειδιά, η κοινωνία χάνει παραγωγικότητα και μακροπρόθεσμα έσοδα. Το μήνυμα που στάλθηκε ήταν σαφές: η επένδυση στην αριστεία είναι μάταιη.
Ο γραπτός διαγωνισμός του ΑΣΕΠ
2008 ήταν, υποτίθεται, μια διαδικασία αξιοκρατίας. Μια ευκαιρία να αποδείξουμε
τις ικανότητές μας και να κερδίσουμε τη θέση που μας αξίζει. Στην πράξη, όμως,
επιβραβεύθηκαν οι μετριότητες.
Ο Joseph Stiglitz, με τη
θεωρία της ασύμμετρης πληροφόρησης, περιγράφει με ακρίβεια το φαινόμενο: όταν
οι κανόνες είναι άδικοι ή αδιαφανείς, αποθαρρύνονται οι ικανοί. Αντί να
στηρίξουμε τους καλύτερους, στηρίξαμε όσους είχαν τις «σωστές γνωριμίες». Το μήνυμα
ήταν σαφές: στην Ελλάδα, δεν έχει σημασία το τι γνωρίζεις αλλά το ποιον ξέρεις.
Αυτή η απόφαση δεν είναι απλώς άδικη· παραβιάζει και τη θεμελιώδη αρχή του John Maynard Keynes για τη σχέση επένδυσης και απόδοσης. Όταν οι πόροι –χρόνος, χρήμα, προσπάθεια– επενδύονται σε ένα σύστημα που δεν ανταμείβει τους ικανούς, το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος χαμηλής παραγωγικότητας και κακοδιαχείρισης.
Η θεωρία του Nash για τη
στρατηγική αλληλεξάρτηση εξηγεί τι συμβαίνει σε μια τέτοια κοινωνία. Όταν το
παιχνίδι είναι στημένο, οι παίκτες αποσύρονται. Γιατί να συμμετέχει κανείς σε
έναν διαγωνισμό που δεν τηρεί τους κανόνες του; Γιατί να επενδύσει κανείς στην
εκπαίδευσή του, όταν ξέρει ότι οι προσπάθειές του θα αγνοηθούν;
Η απόφαση να αγνοηθούν οι επιτυχόντες δεν ήταν απλώς άδικη – ήταν καταστροφική. Κατέστρεψε την εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Όπως έχει επισημάνει ο Douglass North, όταν οι θεσμοί δεν λειτουργούν σωστά, η οικονομία χάνει τη δυναμική της, και οι πολίτες επιλέγουν να λειτουργούν εκτός συστήματος – είτε αυτό λέγεται «μετανάστευση», είτε «αδιαφορία».
Ο John Rawls μας θυμίζει
ότι η δικαιοσύνη απαιτεί ίσους κανόνες για όλους. Τι είδους κοινωνία είναι αυτή
που κλείνει το μάτι σε παρανομίες και ανταμείβει την αδιαφάνεια; Το ελληνικό
κράτος, με τη νομοθετική ρύθμιση που υποβάθμισε τους επιτυχόντες του ΑΣΕΠ 2008,
μας έδειξε ξεκάθαρα ότι η δικαιοσύνη είναι μια έννοια διακοσμητική.
Η αδικία αυτή δεν περιορίζεται σε εμάς – επηρεάζει ολόκληρη την κοινωνία. Όταν οι πολίτες νιώθουν ότι το σύστημα είναι στημένο, παύουν να συμμετέχουν. Κι όπως μας δείχνει η θεμελιώδης αρχή της «συνεχούς προσδοκίας» του Robert Lucas, όταν οι πολίτες χάσουν την εμπιστοσύνη τους στο σύστημα, η οικονομία δεν μπορεί να ανακάμψει, ανεξαρτήτως μεταρρυθμίσεων.
Η υπόθεση των #Ασεπιτες2008 δεν είναι απλώς ένα λάθος – είναι μια κραυγαλέα απόδειξη της διάλυσης κάθε έννοιας δικαιοσύνης και αξιοκρατίας. Δεν είναι μόνο ότι αγνοήθηκαν τα αποτελέσματα ενός διαγωνισμού. Είναι ότι μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων, που πίστεψαν στην αξία της προσπάθειας, προδόθηκαν κατά πρόσωπο. Όταν οι κανόνες γίνονται λάστιχο για να εξυπηρετήσουν μικροπολιτικά συμφέροντα, η κοινωνία μας βυθίζεται στον κυνισμό και την παρακμή.
Οι #Ασεπιτες2008 δεν ζητάμε χάρη – ζητάμε το αυτονόητο. Ζητάμε να εφαρμοστούν οι κανόνες που το ίδιο το κράτος όρισε. Αν αυτό δεν γίνει, τότε τι ελπίδα έχει οποιοσδήποτε νέος να πιστέψει σε αυτή τη χώρα; Η αξιοκρατία δεν είναι ένα ιδανικό που το θυμόμαστε στις γιορτές· είναι προϋπόθεση για να υπάρξει κοινωνική συνοχή.
Φτάνει πια με τα «παραθυράκια», τις εξυπηρετήσεις και τις μαγειρεμένες αποφάσεις. Οι θεσμοί πρέπει να λειτουργούν με τρόπο που να μην αφήνει ούτε σκιά υποψίας αδικίας. Διαφάνεια δεν σημαίνει απλώς να φαίνονται όλα· σημαίνει να λειτουργούν όλα δίκαια και έντιμα.
Η παιδεία είναι το μέλλον μας. Αν δεν αναγνωρίζουμε και δεν επιβραβεύουμε την προσπάθεια, τότε ποιο μήνυμα δίνουμε στους νέους; Ότι η γνώση και η κατάρτιση δεν έχουν καμία αξία; Ότι όλα κρίνονται από τις γνωριμίες και το παρασκήνιο;
Το ερώτημα δεν είναι απλά ρητορικό: Είμαστε διατεθειμένοι να αλλάξουμε; Ή θα συνεχίσουμε να βυθιζόμαστε στο βούρκο της αδιαφάνειας και της μετριότητας; Ως μια από εκείνους που πρώτευσαν, πάλεψαν και προδόθηκαν, έχω φτάσει στο όριο της αντοχής μου. Δεν ζητάμε τίποτα παραπάνω από το αυτονόητο: ένα σύστημα που θα σέβεται τους κανόνες του...
Και ξέρω μόνο ένα πράγμα – η αλλαγή δεν είναι απλά απαραίτητη. Είναι ο μόνος
τρόπος να σώσουμε την αξιοπρέπειά μας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου